Αυτή ήταν η δεύτερη συναυλία που πραγματοποίησε ο διά διάσημος Αμερικανός τραγουδοποιός, ένας καλλιτέχνης που δεν χρειάζεται συστάσεις. Η φωνή του, ζεστή, βαθιά και απίστευτα χαρακτηριστική, έχει συνοδεύσει γενιές ολόκληρες σε στιγμές έρωτα, μοναξιάς και νοσταλγίας.
Η πορεία του ξεπερνά τα σαράντα χρόνια, γεμάτη από κλασικά τραγούδια που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Και όμως, παρά τη φήμη και τη λάμψη, παραμένει ένας «ωραίος τύπος», ένα «καλό άτομο», όπως λέμε συχνά για εκείνους που καταφέρνουν να μείνουν αυθεντικοί.
Μας εξομολογήθηκε ότι είχε να έρθει στην Ελλάδα σχεδόν 35 χρόνια. Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια! Η τελευταία του φορά ήταν όταν είχε παίξει στο ιστορικό «Ρόδον», εκείνο το θρυλικό κλαμπ της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90 που αποτέλεσε σταθμό για την ελληνική μουσική σκηνή. Του είχε μείνει μια πολύ καλή ανάμνηση από εκείνο το βράδυ – η ενέργεια του κοινού, η ατμόσφαιρα, η αίσθηση ότι βρισκόταν σε έναν τόπο που αγαπά τη μουσική. Ανέφερε ότι πάντα ήθελε να ξαναέρθει, να ξανανιώσει εκείνη τη ζεστασιά, αλλά οι συνθήκες δεν το ευνοούσαν. Δεν πραγματοποιούσε συχνά ευρωπαϊκές περιοδείες, και παλιότερα, όπως είπε χαρακτηριστικά, δεν του είχαν γίνει καλές προτάσεις για να επιστρέψει. Ίσως οι καιροί να μην ήταν κατάλληλοι, ίσως η μουσική βιομηχανία να είχε άλλες προτεραιότητες. Τώρα, όμως, ήταν εδώ, και η χαρά του ήταν διάχυτη.Καθώς η συζήτηση προχωρούσε, ο Chris Isaak άνοιξε την καρδιά του και για μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της καριέρας του: την ταινία «Μάτια ερμητικά κλειστά» (Eyes Wide Shut) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Όπως μας είπε, ούτε ο ίδιος περίμενε ότι το τραγούδι «Baby Did a Bad Bad Thing» θα γινόταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Το τραγούδι, που είχε κυκλοφορήσει χρόνια πριν, απέκτησε μια δεύτερη ζωή χάρη στην εμβληματική σκηνή της ταινίας. Ο Κιούμπρικ, οραματιστής και τελειομανής, το επέλεξε για να ντύσει μια από τις πιο ατμοσφαιρικές και φορτισμένες στιγμές του φιλμ. Ο Isaak παραδέχτηκε ότι όταν του πρότειναν να χρησιμοποιηθεί το τραγούδι, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα αποκτούσε τέτοια δυναμική. «Ήταν ένα από εκείνα τα σπάνια πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή ενός καλλιτέχνη», είπε, «όπου η μουσική συναντά την εικόνα με έναν τρόπο που ξεπερνά κάθε προσδοκία».
Η συνάντηση αυτή, λοιπόν, δεν ήταν απλώς μια συνέντευξη. Ήταν μια βουτιά σε μια ζωή γεμάτη μουσική, ταξίδια και απρόσμενες επιτυχίες. Και καθώς τον αποχαιρετούσαμε, λίγο πριν βγει στη σκηνή του Λυκαβηττού, είχαμε την αίσθηση ότι παρακολουθούσαμε έναν άνθρωπο που, παρά τα χρόνια και τις επιτυχίες, παραμένει αληθινός, ταπεινός και πάντα έτοιμος να μοιραστεί τις ιστορίες του.



